Στην Κεφαλονιά, ένα γήπεδο έπαψε να είναι χώρος συνάντησης.
Το «Αντώνης Τρίτσης», το μοναδικό κλειστό γυμναστήριο του νησιού, έσβησε τα φώτα του για οτιδήποτε δεν είναι αγώνας.
Με μια απόφαση που παρουσιάστηκε ως «προστασία του παρκέ», οι συναυλίες, οι σχολικές εκδηλώσεις, οι θεατρικές ομάδες, οι σύλλογοι και οι καλλιτέχνες έμειναν χωρίς στέγη.
Κι έτσι, το δάπεδο σώθηκε — αλλά ο πολιτισμός πληγώθηκε.
Η απαγόρευση μπορεί να φαίνεται τεχνική λεπτομέρεια, αλλά οι συνέπειές της είναι βαθιά κοινωνικές.
Χωρίς τον «Τρίτση», οι χειμερινοί μήνες του νησιού μένουν άδειοι από φως και ήχο.
Οι σύλλογοι ακυρώνουν πρόβες, οι σχολικές γιορτές ψάχνουν αίθουσες, οι πολιτιστικοί φορείς υποχρεώνονται να πληρώνουν ιδιωτικούς χώρους ή να ματαιώνουν δράσεις.
Και μια κοινωνία χωρίς πολιτισμό είναι μια κοινωνία που μαραζώνει σιωπηλά.
Το επιχείρημα της «προστασίας του παρκέ» καταρρέει αν εξεταστεί πρακτικά.
Σε όλη την Ελλάδα, δεκάδες δημοτικά στάδια φιλοξενούν εκδηλώσεις κάθε είδους με απλές προληπτικές λύσεις — τάπητες, προστατευτικές μεμβράνες, αφαιρούμενες εξέδρες.
Δεν χρειάζεται απαγόρευση· χρειάζεται οργάνωση.
Κι όμως, στην Κεφαλονιά επιλέχθηκε η ευκολία της απαγόρευσης αντί της ευθύνης της συντήρησης.
Αυτό που πληγώνει περισσότερο δεν είναι το παρκέ — είναι η λογική πίσω από την απόφαση.
Η ιδέα ότι οι πολίτες πρέπει να προσαρμοστούν στις αδυναμίες της διοίκησης, αντί η διοίκηση να υπηρετεί τις ανάγκες των πολιτών.
Ότι ο πολιτισμός είναι “βάρος”, όχι επένδυση.
Ότι το γήπεδο είναι “ιδιοκτησία”, όχι δημόσιος χώρος.
Η σιωπή που ακολούθησε την απαγόρευση είναι εξίσου αποκαλυπτική.
Κανένα δελτίο τύπου, καμία δημόσια διαβούλευση, κανένα στοιχείο για τη διάρκεια ή την αιτία.
Απλώς μια κλειδωμένη πόρτα — και πίσω της, ένα σύμβολο της απομάκρυνσης του Δήμου από την κοινωνία που τον εξέλεξε.
Αν το ζητούμενο ήταν η συντήρηση του χώρου, τότε η λύση είναι απλή:
να βρεθεί τρόπος ώστε και το παρκέ να προστατευθεί και ο πολιτισμός να επιβιώσει.
Η τεχνολογία υπάρχει, τα παραδείγματα υπάρχουν, η θέληση είναι το μόνο που λείπει.
Η Κεφαλονιά χρειάζεται ξανά χώρους που ενώνουν.
Χώρους όπου ο ήχος της μουσικής και οι φωνές των παιδιών να θυμίζουν ότι ο πολιτισμός δεν είναι πολυτέλεια, αλλά δικαίωμα.
Το παρκέ θα ξαναβαφτεί, τα φώτα θα ξανανάψουν — αλλά η αξιοπιστία μιας διοίκησης που κλείνει τις πόρτες της κοινωνίας δύσκολα θα αποκατασταθεί.