Υπάρχουν έργα που χτίζουν εμπιστοσύνη — και άλλα που χτίζουν σιωπή.
Ο περίφημος «Θαλασσόμυλος» του Αργοστολίου φαίνεται να ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Το έργο που κάποτε διαφημίστηκε ως στολίδι της πόλης, σύμβολο αναβάθμισης και αναψυχής, έχει μετατραπεί σε παράδειγμα προς αποφυγή.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ και δημόσιες παρεμβάσεις πολιτών (Ekefalonia.gr, Kefaloniapress), ο χώρος λειτουργεί με ασάφεια ως προς το ιδιοκτησιακό και διαχειριστικό καθεστώς, ενώ ερωτήματα εγείρονται για τις διαδικασίες παραχώρησης και την τήρηση των όρων χρηματοδότησης.
Ποιος έχει σήμερα την ευθύνη του χώρου;
Υπάρχει σύμβαση παραχώρησης;
Υπάρχουν όροι λειτουργίας που τηρούνται;
Και γιατί όλα αυτά δεν είναι δημόσια;
Η υπόθεση του Θαλασσόμυλου δεν αφορά μόνο ένα ακίνητο.
Αφορά τη φιλοσοφία μιας διοίκησης που φαίνεται να θεωρεί τη δημοτική περιουσία εργαλείο διαχείρισης, όχι δημόσιο αγαθό.
Οι χώροι που χτίστηκαν με δημόσιο χρήμα δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται σαν ιδιωτικά παραρτήματα ή “βιτρίνες επιτυχίας”.
Οφείλουν να λειτουργούν με διαφάνεια, με αναρτημένες συμβάσεις και με λογοδοσία.
Η αδιαφάνεια, όμως, έχει γίνει πλέον το μόνιμο σκηνικό.
Στο όνομα της «ανάπτυξης», αποφάσεις λαμβάνονται πίσω από κλειστές πόρτες, χωρίς ενημέρωση, χωρίς συμμετοχή πολιτών, χωρίς διαβούλευση.
Η επίκληση του “δημοτικού συμφέροντος” γίνεται το εύκολο άλλοθι για διαδικασίες που θα έπρεπε να είναι ανοιχτές, τεκμηριωμένες και προσβάσιμες.
Ας αναρωτηθούμε με ψυχραιμία:
-
Ποιος ενέκρινε τη χρήση του Θαλασσόμυλου;
-
Υπήρξε δημόσια πρόσκληση ενδιαφέροντος;
-
Ποια είναι η σύμβαση λειτουργίας, τα έσοδα και οι υποχρεώσεις;
-
Και ποιο είναι το πραγματικό όφελος για τον δημότη;
Αν όλα έγιναν νόμιμα, τότε η δημοτική αρχή δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από τη δημοσιοποίηση των στοιχείων.
Αν όμως οι διαδικασίες έγιναν “στα γρήγορα”, τότε η σιωπή δεν αρκεί για να κρύψει την ευθύνη.
Η Κεφαλονιά δεν έχει ανάγκη από έργα βιτρίνας· έχει ανάγκη από έργα ουσίας.
Ο Θαλασσόμυλος θα μπορούσε να είναι παράδειγμα καλής πρακτικής — έγινε, όμως, σύμβολο αδράνειας και σκιών.
Και όσο η διοίκηση επιμένει να σιωπά, το μήνυμα προς τους πολίτες είναι σαφές:
η διαφάνεια παραμένει προαιρετική.